
Το έτος 1000 περίπου, οι μοναχοί του Αγίου Όρους πήραν ένα μαύρο μάλλινο σκοινάκι, του έκαναν πενήντα τέσσερις κόμπους και έπλεξαν τις δύο άκρες σε σχήμα σταυρού. Αυτή τη γιρλάντα την ονόμασαν δεητικό στεφάνι της Παναγιάς.
Οι κοσμικοί την είπαν προσευχητάρι, κομποσκοίνι και κομπολόι. Την είπαν κομπολόι επειδή, ο προσευχόμενος ακουμπώντας το κάθε κόμπο λέγει και μία προσευχή. Η σύμπτυξη των λέξεων κόμπο λέγει γέννησαν το όνομα κομπολόγι – κομπολόι.
Επί τουρκοκρατίας οι Τούρκοι αξιωματούχοι κρατούσαν γιρλάντα με κεχριμπαρένιες χάντρες και πλούσια μεταξένια φούντα. Την έλεγαν ντεσμπίχ. Την χρησιμοποιούσαν για να χαλαρώνουν το νευρικό τους σύστημα, να επιδεικνύουν τον πλούτο τους, και ιδίως σαν σκήπτρο εξουσίας. Τέτοιο σκήπτρο πήραν στα χέρια τους και οι συνεργάτες των Τούρκων κοτζαμπάσηδες, άρχοντες, αρματολοί. Το ονόμασαν τεσμπίχι. Με τα χρόνια αυτό διαδόθηκε σε όλα τα κοινωνικά στρώματα. Λειτούργησε σαν συμβόλαιο, όρκος, απόδειξη αγάπης, φιλίας, άδεια οικοδομής, σφραγίδα, μέσο επίδειξης, μαγκιάς και δύναμης. Ευρέως διαδόθηκε και το κομπολόι στους κοσμικούς αφού μ’ αυτό προσεύχονταν για να απαλλαχτούν από τη σκλαβιά των Τούρκων. Η συνύπαρξη επί πολλά χρόνια του κομπολογιού και του ντεσμπίχ, είχε σαν αποτέλεσμα, το κομπολόι σιγά σιγά να μεταμορφώνεται σε τεσμπίχι και το τεσμπίχι να μετονομάζεται σε κομπολόι. Η καθιέρωση της μετονομασίας ήρθε στις αρχές της επανάστασης του ’21, αφού από τότε ήταν αντεθνικό να αναφέρεσαι στο τεσμπίχι επειδή αυτό παρέπεμπε στο τούρκικο σκήπτρο εξουσίας. Η μεταμόρφωση του κομπολογιού σε ντεσμπίχ, έγινε με μεγάλη ευκολία, διότι οι κόμποι του κομπολογιού, σε σχέση με τις χάντρες του ντεσμπίχ υστερούσαν σε βάρος, όγκο, χρώματα, ήχο και αρώματα. Επιπλέον το κομπολόι με τον στάνταρ τύπο του, δεν επέτρεπε να εκφράσει κάποιος την αισθητική του, την οικονομική του ευχέρεια και τα σύμβολα της φιλοσοφίας του!
Από την τουρκοκρατία μέχρι σήμερα, εμείς οι Έλληνες, δημιουργούμε γιρλάντες προσαρμοσμένες στο ταμπεραμέντο μας, στις συνήθειες, στον πολιτισμό και τις ιδιαιτερότητες μας. Αυτές τις γιρλάντες, ο καθένας τις επιλέγει με βάση την οικονομική του ευχέρεια, την αισθητική του και τις γνώσεις που διαθέτει γύρω από αυτές. Τις χρησιμοποιεί ανάλογα με το χαρακτήρα, το ήθος του και τις γνώσεις που διαθέτει για τους τρόπους «παιξίματος» τους.
Έτσι, οι αδαείς, οι ψευτόμαγκες και άλλοι, στριφογυρνούν τις γιρλάντες από ευτελή υλικά και «βροντοχτυπούν» τις χάντρες για να δηλώσουν την παρουσία τους, ενοχλώντας τους γύρω.
Ενώ, οι πραγματικοί «άρχοντες» και οι πραγματικά «μεγάλοι», χαϊδεύουν γιρλάντες από κεχριμπάρι, γιούσουρι, κοράλλι, φυσικούς κρυστάλλους, ασήμι, χρυσό, μετάξι. Από αυτές παίρνουν θετική ενέργεια, χαλαρώνουν, αφυπνίζουν τη δημιουργική τους φαντασία, «ταξιδεύουν», «ονειρεύονται»...

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου